γονατίζω

γονατίζω
1. μετ.
1) ставить на колени (тж. перен. ); заставлять сдаться, покориться; 2) причинять большой ущерб, разорять; 2. αμετ. 1) становиться на колени (тж. перен. ); сгибаться (перед кем-чем-л.); сдаваться, покоряться; 2) терять силы, изнемогать, ослабевать; 3) разоряться

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "γονατίζω" в других словарях:

  • γονατίζω — γονατίζω, γονάτισα, γονατισμένος βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • γονατίζω — (AM γονατίζω) [γόνυ] 1. γονυπετώ, πέφτω στα γόνατα, στηρίζω το βάρος τού σώματος μου στα γόνατα σε ένδειξη σεβασμού, ικεσίας, υποταγής 2. αναγκάζω ή κάνω κάποιον να γονατίσει («ἐγονάτισε τὸν Ἰσαὰκ τὸν υἱόν του») νεοελλ. 1. πέφτω στα γόνατα από… …   Dictionary of Greek

  • γονατίζω — γονάτισα, γονατισμένος 1. μτβ., κάνω κάποιον να πέσει στα γόνατα: Ο πυγμάχος γονάτισε τον αντίπαλό του. 2. μτφ., ταπεινώνω, καταβάλλω: Ο στρατός γονάτισε τον εχθρό. 3. αμτβ., πέφτω στα γόνατα: Ο πιστός γονάτισε μπροστά στη θαυματουργή εικόνα. 4.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γονατίζει — γονατίζω thrust with the knee pres ind mp 2nd sg γονατίζω thrust with the knee pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονατίζοντα — γονατίζω thrust with the knee pres part act neut nom/voc/acc pl γονατίζω thrust with the knee pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονατίζουσι — γονατίζω thrust with the knee pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) γονατίζω thrust with the knee pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονατίσαι — γονατίζω thrust with the knee aor inf act γονατίσαῑ , γονατίζω thrust with the knee aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονατίζειν — γονατίζω thrust with the knee pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονατίζοντες — γονατίζω thrust with the knee pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονατίζων — γονατίζω thrust with the knee pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγονάτισεν — γονατίζω thrust with the knee aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»